Τρίτη, 11 Μαΐου 2010

ρολογια…μηχανικοι…ηλεκτροπληξιες…

Δεν χρειαζεται να αναλυσω την αγωνια μου για το αν θα βρω την αιθουσα του εργαστηριου….μιλουσαμε εκεινη την ωρα οποτε ξερεις πολυ καλα…παει το μηνιατικο μου η ανεγκεφαλη το φαγα ολο στο κινητο 20 λεπτα…και μαλιστα να σε πρηζω ενω ημουν στη σωστη αιθουσα…

Biological Engineering, biotechnological engineering or bioengineering (including biological systems engineering) is the application of engineering principles to address challenges in the fields of biology and medicine. The overlap with Biomedical Engineering can be unclear, as many universities now use the terms "bioengineering" and "biomedical engineering" interchangeably. But whenever a distinction is made, "biological" engineering (like biotechnology) tends to emphasize the use of biological substances - applying engineering principles to molecular biology, biochemistry, microbiology, pharmacology, protein chemistry, cytology, immunology, neurobiology and neuroscience. Neither bio-engineering nor biomedical engineering is wholly contained within the other, as there are non-biological products for medical needs and biological products for non-medical needs.

ναι ναι ολο αυτο το μακριναρι λιγο πολυ αφορα την σχολη μου…οοοο ναι βιολογος μηχανικος που στην ελλαδα αποτελει αγνωστη λεξη…βασικα το εψαξα γιατι με απασχολουν 2-3 πραγματα … πρωτο Ελλαδα πως θα γυρισω να κανω τιιιιιι ??? Πρεπει να διαλεξω σωστο μαστερ θα μου πεις ειναι νωρις ακομα να διαλεξεις…βγαλε πρωτα το μπατσελορ… εμ μακαρι να ταν ετσι αλλα οταν ερχονται στο δευτερο εξαμηνο και σου λενε πρεπει να διαλεξεις μια σχετικη κατευθυνση…νευρολογια,καρκινους,αλτσχαιμερ και 500 αλλες κουλες ειδικοτητες…ουαοοοοο σκεφτεται κανεις…ναι ναι ναι ναι ναι ναι ειναι ουαο αλλα γαμημενη αναλυση…. μου εδωσε διαζυγιο με την πληροφορικη για την ακριβεια προγραμματισμο…παει παει θα τρελαθω…και οχι τιποτα αλλο εχω τρελο διαβασμα…απο αυριο τερμα τα ψεματα γιατι αλλιως την εβαψα…εχω να χτυπισω εικοσιτετραωρα τρελα….

Περα απο το προσωπικο μου ομως κολλημα μου την δινουν γαμωτο, μου την δινουν….ψωνιαααααααα ελεος…δεν τους αντεχω τοοοοσους μηχανικους μαζεμενους…γιατι? τι αμαρτιες πληρωνω? ‘’καλημερα ‘’ λες και σου απαντανε ‘’τις ασκησεις τις εκανες?’’ ρε φιλε πες μια καλημερα τσαμπα ειναι…πφφφπολυ ψωνια γαμωτο…ναι ναι πρεπει να σαι πολυ χαρουμενος που εισαι σε ενα απο τα καλυτερα πανεπιστημια παγκοσμιως … ενταξει ειναι πολυ σημαντικο που βρισκεται στη 18 θεση παγκοσμιως αλλα ρε παιδι μου εισαι ανθρωπος…πες καλημερα ειπαμε τσαμπα ειναι …. χαλαρωση ηρεμια αμαν…βγαλτε πρωτα την σχολη μπειτε στα εργοστασιακια του μπαμπα και μετα μιληστε…εγω θελω να βγαλω την σχολη και να βοηθησω τους γυρω μου οχι να βγαλω χρηματα….εξαλλου δεν μεγαλωσα ποτε με το σκεπτικο να βγαλω χρηματα αλλιως δεν θα ειμαι επιτυχιμενη…

αλλο θεμα που τον τελευταιο καιρο με απασχολει εκτοσ απο τα πλουσια ελβετακια που νομιζουν οτι οοοολα ειναι χρημα…ο ΧΡΟΝΟΣ!!!!Χρονος χρονος…μμμ με μια γρηγορη ματια ενα απλο λεξικο δινει την εξης εννοια…

 

"η ακαθόριστη κίνηση της ύπαρξης και των γεγονότων στο παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον, θεωρούμενη ως σύνολο".
Γενικά Χρόνος χαρακτηρίζεται η ακριβής μέτρηση μιας διαδικασίας από το παρελθόν στο μέλλον. Κάθε φυσικό φαινόμενο π.χ. μια πτώση αντικειμένου στο έδαφος εξελίσσεται στην έννοια της ορισμένης χρονικής περιόδου. Ο χρόνος μετράται σε μονάδες όπως το δευτερόλεπτο και με ειδικά όργανα τα χρονόμετρα π.χ. ρολόι. Οι καθημερινές εμπειρίες αποδεικνύουν πως ο χρόνος "κυλάει" με τον ίδιο πάντα ρυθμό και μόνο προς μια κατεύθυνση - από το παρελθόν προς το μέλλον. Η κίνηση γενικότερα ούτε μπορεί να διακοπεί αλλά και ούτε να αντιστραφεί στην έννοια του χρόνου. Παρά ταύτα, όπως εξηγεί η ειδική θεωρία της σχετικότητας, αυτή η κίνηση μπορεί να επιβραδυνθεί με ασύλληπτα μεγάλες ταχύτητες.

Ένας άλλος στερεότυπος ορισμός για τον χρόνο είναι "ένα μη χωρικό γραμμικό συνεχές στο οποίο τα γεγονότα συμβαίνουν με εμφανώς μη αναστρέψιμη τάξη". Πρόκειται για μείζονα έννοια η οποία λειτουργεί τόσο ως θεμελιώδης οντότητα, όσο και ως σύστημα μέτρησης. Με τον χρόνο ασχολήθηκε τόσο η φιλοσοφία όσο και η επιστήμη, διαμορφώνοντας ενίοτε αντιφατικές απόψεις για το νόημά του. Επί της ουσίας οι διαφοροποιήσεις δεν αφορούν στις μονάδες μέτρησης του χρόνου αλλά στο αν ο χρόνος ως οντότητα είναι δυνατόν να μετρηθεί ή αποτελεί τμήμα του μετρητικού συστήματος.’’

 

χρονος λοιπον…για μενα ο χρονος  ειναι μια εννοια, αισθηση που καταφερνει παντα να με πληγωνει και να με αγχωνει.Δεν με νοιαζει αν μετριεται στη φυσικη η οπουδηποτε αλλου…ολοι εχοθμε διαφορετικη αισθηση του χρονου,εσυ εγω αυτοι…για καποιον η μια μερα ειναι μια ολοκληρη ζωη…για μενα ειναι απλως ωρες….ωρες λιγες…που μεσα σε αυτες ποτε δεν προλαβαινω να κανω τιποτα απο αυτα που θελω…(προγραμματισει) νιωθω την ζωη σαν ενα ευθυγραμμο τμημα που ο χρονος εχει χαραξει πανω του γραμμουλες….1,2,3,4,….,00 και οι η ευτυχια ειναι κατι καμπυλες που αναταρασσουν την ευθεια αυτη….και μονο αυτα μενουν…γιατι μετραμε την ευτυχια σε χρονο?Αν και ο καθενας την βλεπει αλλιως,αλλος σε αγαπη αλλος σε χρηματα αλλος στη δοξα…γιατι ενω σε καποιο χρονικο διαστημα της ζωης μας οι καμπυλες αυτεσ ηταν πολλες και τωρα που απλα περπαταμε στην ευθεια νιωθουμε τοσο μονοι? δεν μας αρκουν αυτες οι στιγμες?Γιατι τις ξεχναμε στη πρωτη δυσκολια? Εξαλλου η ευτυχια δεν ειναι κατασταση,στιγμες ειναι…που το μονο που πρεπει να κανεις ειναι να τις ενωσεις…!Κοιτουσα με τις ωρες το ρολοι στο εργαστηριο που ειχε σταματησει…εκεινη την στιγμη σκεφτηκα την αισθηση που εχω καποιες φορες…αυτο οταν σταματα ο χρονος και ζεις στον κοσμο σου…νιωθεις τα παντα να κινουνται με ταχυτητα φωτος κι εσυ σαν να αντιστεκεσαι να τα ακολουθησεις…σαν να εναντιωνεσαι σε κατι τοσο ‘’φυσικο’’… ξεφευγω…αστο ειναι μεγαλη συζυτηση και δεν εχω το κουραγιο να γραψω η ιστορια που μου εστειλες με εχει μουδιασει…

 

Ήταν που λέτε μια φορά ένα σκιουράκι. Ούτε όμορφο, ούτε άσχημο. Ούτε έξυπνο, ούτε κουτό. Ένα συνηθισμένο σκιουράκι ήτανε, που θα 'μοιαζε μ' όλα τα' άλλα, αν δεν είχε μια παράξενη συνήθεια. Μόλις σουρούπωνε, το 'σκαγε απ΄ τη φωλιά του και πήγαινε και στηνότανε στην άκρη του δάσους, δίπλα στο ποτάμι, καρτερώντας τα ζώα που πήγαιναν να πιουν νερό...
Περνούσαν λέαινες, ζαρκάδια κι αρκούδες και λαγοί κι ασβοί και βατραχάκια... Το σκιουράκι ένιωθε πως με όλα έμοιαζε λιγάκι, πως όλα τους είχανε κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό. Έτσι, τα σταματούσε όλα, τα κοίταζε στα μάτια και τα ρωτούσε:
- Μπορείς να μ' αγαπάς;
Τα πιο πολλά γελούσαν. Αλλα δεν έμπαιναν στον κόπο να απαντήσουν. Και άλλα του έλεγαν: Δεν έχω χρόνο - ή δεν ξέρω τι είναι ν' αγαπάς... Κι αυτό γινόταν κάθε σούρουπο κι έτσι είχαν τα πράγματα, ώσπου μια μέρα, το σκιουράκι ξαναρώτησε κι ένας ασβός του χαμογέλασε και του είπε:
- Μπορώ. Έλα να αγαπηθούμε.
- Μπορείς; Πόσο χαίρομαι! Πες μου, όμως, τι πά' να πει ν' αγαπηθούμε;
- Λοιπόν, το πιο σπουδαίο είναι να μη βιαστείς να καταλάβεις. Και τώρα άκου: Ν' αγαπηθούμε, πρώτα-πρώτα πά' να πει να κοιταζόμαστε στα μάτια.
Κι έτσι κοιταζόταν στα μάτια για μερόνυχτα...
- Τώρα αγαπιόμαστε;
- Όχι βέβαια. Αλίμονο αν ήταν τόσο απλό.
Ν' αγαπηθούμε πά' να πει να φτιάξουμε κάτι μαζί.
Κι έφτιαξαν πράγματα μαζί. Κι ήταν τόσο χαρούμενα!...
- Τι ωραίο να σ' αγαπάω! Τώρα δεν αγαπιόμαστε;
- Όχι ακόμα. Γιατί ν' αγαπηθούμε πά' να πει και να 'χουμε κάτι ο ένας απ' τον άλλον. Δώσ' μου λίγο απ' το καστανόμαυρο τρίχωμά σου κι εγώ θα σου δώσω απ΄ το κίτρινο των ματιών μου.
Κι έκαναν έτσι...
Το σκιουράκι καθρεφτίστηκε στα μάτια του ασβού και καμάρωσε την κίτρινη λάμψη τους στα δικά του μάτια. Κι ύστερα του χάρισε το πιο γλυκό καστανόμαυρο τρίχωμα που είχε στην πλάτη του.
- Τώρα αγαπιόμαστε;
- Όχι, όχι ακόμα. Μας μένει το πιο δύσκολο. Πρέπει να αγκαλιαστούμε σφιχτά, πολύ σφιχτά, και να τρέξουμε στον ήλιο, καβαλώντας μιαν αχτίδα από φως. Έλα, με το ένα, με το δύο, με το τρία, να προλάβουμε αυτήν εκεί την αχτίδα.
- Ένα, δύο, τρία, εεεεεεεεεεεεεε... ωπ!
- Τώρα αγαπιόμαστε;
- Τώρα.
Και που λέτε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κάπως έτσι έγινε κι έτρεχαν για τον ήλιο. Κι άρχισε να πέφτει βροχή, γλυκιά σα μέλι. Ήταν τα δάκρυα της χαράς τους, που απ' την τεράστια ταχύτητα - που ζάλισε όλα τα πουλιά κι όλα τ' αστέρια - έγιναν ένα... Κι ύστερα βγήκε ένα ουράνιο τόξο τόσο λαμπερό, που όλοι στη γη βάλανε το χέρι πάνω από τα μάτια να μην τυφλωθούνε, κι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί πάνω απ' τα σύννεφα...
Και πέρασε καιρός. Να 'τανε χρόνια, να 'τανε ένα λεπτό μονάχα, κανένας δε θα μπορούσε να μας πει, γιατί ο χρόνος ήταν άχρονος, μέχρι που ο ασβός ψιθύρισε:
- Κουράστηκα. Μη σου κακοφανεί. Μπορεί και να ζαλίστηκα απ' το τρέξιμο.Θα 'θελα να γυρίσω πίσω.
- Κουράστηκες; Όμως, δεν τρέχουμε πατώντας στο χώμα. Είναι το φως που μας κουβαλάει. Δεν είναι κουραστικό.
- Για μένα είναι. Έπειτα το 'χω ξανακάνει. Λίγοι το αντέχουν δεύτερη φορά. Είν' επικίνδυνο. Γυρίζω πίσω...
Αυτά είπε. Και με μεγάλη ευκολία, πήδηξε σ' ένα μετεωρίτη που κατέβαινε στη γη και χάθηκε...
- Μη φεύγεις, φώναξε το σκιουράκι. Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέ πια να σταματήσω, κι είν' αστείο να τρέχω μόνος μου στον ουρανό...
Όμως, τη φωνή του την άκουσε μονάχα το σκοτάδι, κι ίσως - δε σας τ' ορκίζομαι - το φεγγαράκι που πρόβαλε πίσω από ένα σύννεφο δειλά.
- Εεεεεεε... ωωωωωωωωωω... Είναι κανείς εδώ; Δεν έχει νόημα πια να πάω στον ήλιο. Ποιος θα μπορούσε να μου πει πώς θα ξαναγυρίσω πίσω;
Αλλά το σύμπαν εκείνη τη στιγμή ήτανε άδειο, κι έτσι δεν του απάντησε κανένας.
- Μου φαίνεται πως τώρα τρέχω πιο γρήγορα από πρώτα.
Κι άρχισα να κρυώνω. Κι αν τρέχω έτσι μόνο μου για πάντα; Εεεεεεε... ωωωωωωωωω... Βοήθεια! Δεν είναι κανείς εδώ;
Τότε, μια μικρή φωνούλα έφτασε στ' αφτιά του,
τόσο γλυκιά και σιγανή σα να 'βγαινε από μέσα του.
- Ψιτ, ψιτ! Σκιουράκι!
- Μου μίλησε κανείς; Τίποτε δεν βλέπω.
- Ψιτ, εδώ δίπλα στην κοιλιά σου. Είμαι η ηλιαχτίδα που σε κουβάλησε μαζί με τον ασβό βόλτα στον Γαλαξία.
Ακόμα πάνω μου τρέχεις. Ακου. Μόνο εγώ μπορώ να σε γυρίσω πίσω. Πρώτα θα μπούμε σε τροχιά γύρω από τη γη, ύστερα σιγά-σιγά θα κατέβουμε. Μόνο που 'χω τρέξει άπειρα χιλιόμετρα κι η ενέργειά μου έχει σχεδόν εξαντληθεί. Για να γυρίσουμε πρέπει να θυσιάσεις κάτι από σένα, να το καίω, να γεμίζω τις μπαταρίες μου, να προχωράμε...
- Ότι πεις. Τι θες να θυσιάσω;
- Ξέρω κι εγώ;... Το τρίχωμά σου, τις πατούσες σου,
ένα κομμάτι από την καρδιά σου...
- Το τρίχωμά μου, οι πατούσες μου, δικά σου. Μόνο που καρδιά δεν έχω πια. Την πήρε ο ασβός μαζί του. Κι αυτό δεν αλλάζει...
- Εντάξει, παίρνω τις πατούσες σου. Ελπίζω να μας φτάσουν. Καίω την πρώτη... Μην πονάς πολύ. Μην κλαις, δεν το αντέχω. Ησύχασε. Κρατήσου τώρα. Αλλάζουμε πορεία.
Κι έτσι μπήκανε σε τροχιά... Το σκιουράκι μ' ένα πόδι,
κοίταζε τη γη - τόσο μικρούλα - κι όμως του φαινότανε
πως διέκρινε στο δάσος τον ασβό του.
Κι ήταν το κέντρο της γης ο ασβός γι' αυτό. Μόνο εκείνος μέτραγε εκεί κάτω. Τίποτ' άλλο.
- Παράξενο να μπαίνεις σε τροχιά. Το κέντρο της ζωής σου είν' αυτό το κάτι που τρέχεις γύρω του. Κι όμως είν' άσκοπο να τρέχεις, γιατί δεν μπορείς να το φτάσεις,
ούτε και να ξεφύγεις απ' αυτό...
- Σσσσσσστ! Μη μιλάς, δάγκωσε τα χείλη, είπε η λιαχτίδα.
Καίω τη δεύτερη πατούσα. Καταβαίνουμε...
Κι αρχίσανε να κατεβαίνουν κάνοντας τούμπες στον αέρα,μέσα σε ρεύματα τόσο τρελά, που όλα δείχνουν πως δίχως άλλο θα γκρεμοτσακιστούνε. Το σκιουράκι δίχως πόδια, κι η γη να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, το δάσος να φαίνεται πια καθαρά, τα δένδρα, τα πουλάκια, το ποτάμι και ξαφνικά... Πλατς!... Και μετά τίποτα...
Όταν το σκιουράκι, ύστερα από ώρα, άρχισε να συνέρχεται, πόναγε σ' όλο του το κορμί. Όμως κατάλαβε πως κάποιος ήταν κοντά του και του έβαζε οινόπνευμα κι ύστερα φυσούσε τις πληγές για να μην τσούζει, και του 'βαζε κομπρέσες κι επιδέσμους και το χάιδευε...
- Ο ασβός μου, σκέφτηκε κι άνοιξε τα μάτια.
Όμως, είδε να σκύβει πάνω του ένας κάστορας. Ήταν ένας μικρόσωμος κανελής κάστορας μ' αστεία μουσούδα, που όμως το βλέμμα του ήταν τόσο φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε νόμιζες πως λαμπύριζαν πυγολαμπίδες στη ματιά του. Κι είχε ένα χαμόγελο τόσο, μα τόσο τρυφερό, που το σκιουράκι ούτε να δακρύσει από ευγνωμοσύνη δεν μπορούσε. Κοιταζόταν σιωπηλά ώρα πολλή. Ύστερα, ο κάστορας ρώτησε κάτι που το σκιουράκι άπειρες φορές είχε ρωτήσει πιο παλιά, όταν ήταν ανυποψίαστο για όλα...
- Μπορείς να μ' αγαπάς;
Το σκιουράκι αναστέναξε, χωρίς καθόλου λύπη.
- Φοβάμαι πως δεν μπορώ.Δεν έχω πια καρδιά για ν' αγαπήσω...
- Δεν πειράζει. Αν το θες, θα σου δώσω ένα κομμάτι απ'τη δικιά μου.
- Όμως ν' αγαπηθούμε πά'να πει να τρέχουμε μαζί - κι εγώ δεν έχω πόδια.
- Να τρέχουμε, έτσι άσκοπα, γιατί; Ν' αγαπηθούμε πά' να πει να κάνουμε μαζί ένα δρόμο, όπως μπορούμε. Το πιο σπουδαίο είναι να 'μαστε οι δυο μας, και όχι πόσο γρήγορα θα τρέχουμε, ούτε που θα πάμε... Μικρό μου σκιουράκι, αν μπορείς να μ'αγαπάς, θα σου φτιάξω ξυλοποδαρα από αγριοτριανταφυλλιά. Κι αν δε θες, θα σε μάθω να περπατάς με τα χέρια. Κι αν κουραστείς, θα σε πάρω αγκαλιά και θα 'ναι πιο όμορφα, γιατί θ' ακούω την ανάσα σου κι η μυρωδιά σου θα μπει μέσα στο πετσί μου
και δε θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ, εγώ ή εσύ,
θα 'μαστε εμείς...
Τι έγινε μετά, κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα - κι εγώ που να το ξέρω; Λένε πως τους είδανε να φεύγουνε για την Ανατολή, περπατώντας με τα χέρια, και να γελάνε, να γελάνε... Ο απόηχος απ' το γέλιο τους ξέμεινε στα φυλλώματα των δένδρων - λένε... Πάντως, ποτέ - μα ποτέ - κανείς πια δεν τους ξανάδε...

 

ειναι απο τις λιγες φορες που κατι τοσο απλο με αφηνει μουδιασμενη…δεν εχω κατι να πω…αφηνω μονο την σκεψη μου να περιπλανηθει για μια ακομη φορα στο παρελθον….

φιλια…

σε ευχαριστω παντως για σημερα…!

το λατρευω αυτο το τραγουδi :)


statler

1 σχόλιο:

liba είπε...

οσον αφορα την ηλεκτροπληξια που ξεχασα να αναφερω...λες να μου εκανε καλο? να ξυπνησα?